σιτικός

σιτικός
η , ό[ν] хлебный, зерновой

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "σιτικός" в других словарях:

  • σιτικός — σῑτικός , σιτικός of wheat masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτικός — ή, όν, Α [σῑτος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον σίτο (α. «oἱ σιτικοὶ καρποί», Αριστοτ. β. «περὶ σιτικῆς ἐξαγωγῆς», Πολ. γ. «σιτικαὶ πρόσοδοι», επιγρ.) 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ σιτικόν ο σίτος. επίρρ... σιτικῶς Α όπως ο σίτος, με τον τρόπο που …   Dictionary of Greek

  • σιτικῶν — σῑτικῶν , σιτικός of wheat fem gen pl σῑτικῶν , σιτικός of wheat masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτικόν — σῑτικόν , σιτικός of wheat masc acc sg σῑτικόν , σιτικός of wheat neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίτος — ο / σῑτος, ΝΜΑ, και ετερόκλ. τ. πληθ. τά σίτα, Α το σιτάρι νεοελλ. φρ. «συγκέντρωση σίτου» η από το κράτος αγορά τής ετήσιας εγχώριας σιτοπαραγωγής σε τιμές ανώτερες τών εισαγόμενων από το εξωτερικό σιτηρών με στόχο αφ ενός την προστασία τού… …   Dictionary of Greek

  • σιτικώς — Α επίρρ. βλ. σιτικός …   Dictionary of Greek

  • σιτικοῖς — σῑτικοῖς , σιτικός of wheat masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτικοί — σῑτικοί , σιτικός of wheat masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτικοῦ — σῑτικοῦ , σιτικός of wheat masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτικούς — σῑτικούς , σιτικός of wheat masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτικῆς — σῑτικῆς , σιτικός of wheat fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»